Saturday, May 1, 2021







His gaze motionless, he concerned,

concerned about the flame of passion.

Being alone locked in a room,

a room like a tomb, shut off and decorated

as well.

Dry leaves for decoration, dry leaves hanging

in the milky-white glass corners.

Around him loneliness, and yet so many people,

masses of humans, like a flood.

He, deserted, alone, in front of the ruined

humanity. Why? He doesn’t know.

He doesn’t want to know. He's on edge, maybe he's scared.

Maybe he is afraid to experience the ultimate life.

Maybe he is afraid of its astringent taste. That’s it.

Supreme Trinity: Knowledge, Bitterness, Misery.

But he wouldn’t barge, he was waiting, he was just waiting.

Waiting for spring, waiting for air.

He sacrifices, offers to the gods and waits.

He is still waiting for the resurrection of the dead angels

who were lost on Earth in the third century.




Το  βλέμμα  του  ακίνητο,  εκείνος  σκεπτικός,

σκεπτικός  μέσα  στη  φλόγα  του  πάθους.

Όντας  μονάχος  σ’  ένα  δωμάτιο  κλειστό,

ένα  δωμάτιο  ίδιος  τάφος,  κλειστό  και  στολισμένο 


Το  στόλισμα  φύλλα  ξερά,  φύλλα  ξερά  κρεμασμένα 

στις  γυάλινες  ασπρουδερές  γωνίες.

Τριγύρω  του  ερημιά,  κι  όμως  οι  άνθρωποι 

είναι  τόσοι,  ανθρωποθάλασσες  σωστή  πλημμύρα.

Είναι  έρημος,  είναι  μόνος,  μπροστά  στη  ρημαγμένη

ανθρωποθάλασσα,  γιατί  άραγε;  Δεν  ξέρει.

Δεν  θέλει  να  ξέρει.  Είναι  ανήσυχος,  ίσως  φοβάται.

Ίσως  φοβάται  να  γνωρίσει  την  απόλυτη  ζωή.

Ίσως  φοβάται  τη  στυφή  της  γεύση.  Αυτό  είναι.

Ύψιστη  τριάδα,  Γνώση,  Πίκρα,  Δυστυχία.

Εκείνος  όμως  δεν  πτοείται,  περιμένει,  απλά  περιμένει.

Περιμένει  την  άνοιξη,  περιμένει  το  έαρ.

Θυσιάζει,  κάνει  σπονδές  στους  θεούς  και  περιμένει.

Περιμένει  την  ανάσταση  των  νεκρών  αγγέλων  που 

χάθηκαν  στη  Γη  τον  τρίτο  αιώνα.



Ruins Of Dreams


We walked up the hill, standing upright,

- in the middle of catastrophes – we looked with a searching

glance towards the dark hallway, we demanded

screamed at the edge of the cliff.

No, it wasn‘t enough, it was to little, much too little

for what we had aspired to.

Now we are mourning on the ruins, mourning the dream

which was buried at the bus stop, not for long,

our fight is the flaming triumph which still goes on,

now and for ever.

Till the bells will ring for resurrection.





Ανεβήκαμε  τον  ανήφορο,  σταθήκαμε  όρθιοι,

-εν  μέσω  καταστροφών-  ρίξαμε  μια  διερευνητική

ματιά  στο  σκοτεινό  διάδρομο,  διεκδικήσαμε 

φωνάζοντας  στην  άκρη  του  γκρεμού.

Όχι  δεν  ήταν  αρκετό,  ήταν  λίγο,  πολύ  λίγο

γι’  αυτά  που  ονειρευτήκαμε.

Τώρα  θρηνούμε  στα  ερείπια,  θρηνούμε  τ’  όνειρο 

που  κηδεύτηκε  στη  στάση,  όχι  όμως  για  πολύ,

ο  αγώνας  μας  φωτιά  θριάμβου  συνεχίζεται  ακόμα, 

τώρα  και  για  πάντα. 

Μέχρι  να  σημάνει  η  καμπάνα  ανάσταση.





We started first. We, the young ones.

Suddenly nature bloomed, the place changed,

against the cold air, which was blowing,

carnations and thorns were making our wreaths.

Wreaths out of bay-leafs and thorns, wreaths

scattered in the neighboring field.

This is how we started.





Ξεκινήσαμε  πρώτα  εμείς.  Εμείς  οι  νέοι.

Ξάφνου  η  φύση  άνθισε,  το  τοπίο  άλλαξε,

κόντρα  στον  κρύο  αγέρα  που  φυσούσε,

γαρύφαλλα  κι  αγκάθια  φτιάχναν  τα  στεφάνια


Στεφάνια  δάφνινα  κι  αγκαθωτά,  στεφάνια 

απλωμένα  στη  γειτονική  αλάνα.

Έτσι  ξεκινήσαμε.






MILTIADIS NTOVAS or Doves was born in Ioannina of the Greece in 1972. He studied Philosophy and Pedagogy and is a PhD of Philosophy at the University of Ioannina.  He works as a Professor.  He co-writes essays, fairy tales and four thousand five hundred poems, nine thousand haiku and tristiches and two epics.  He published nine poetry collections and one scientific study.

No comments :

Post a Comment