Thursday, July 1, 2021





Wounded Innocence


The Simple Truth in Small

dusty wear arches

bouquets of lilies silently

with white light

dye hair


The heart is pierced by your coming

fingers hit your chest awkwardly

and I'm scared of your childhood


Magical images of desperate beauty

They get lost in the arches

with vain hopes of destiny


I forget who I am

But it is not dark yet

I'm laying my hands

Relentless fire rays

they fill the arches of the wilderness




Η Απλή αλήθεια σε μικρές

σκονισμένες κάμαρες φθοράς

μπουκέτα κρίνων σιωπηλά

βάφουν τα μαλλιά

με λευκό φως


Τρυπά η καρδιά

τα δάχτυλα χτυπούν το στήθος αδέξια

και τρομάζω στη παιδικότητα σου


Μαγικές εικόνες απεγνωσμένης ομορφιάς

Χάνονται στις κάμαρες

με τις μάταιες ελπίδες

του πεπρωμένου


Ξεχνώ ποιος είμαι

Μα δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμα

Απλώνω τα χέρια

Ανελέητες αχτίνες φωτιάς

γεμίζουν τις κάμαρες της ερημιάς



Alone Now


A wooden frame of a

chair and in the room

A man, alone now

white skin, eyes lost

under the white hair


A smell lingers

on the old stairs with

rotten planks

and in the corner a stone wall

resting on it

the  heavy tree Acacia ....

Woman looks like….


Bread crumbs stuck

on the ground

an inexplicable life abandoned

in the smell of hunger

sinking into dust and

red clouds

clumsy and unprotected

in the fevers of the weather

who dies late


Only the body of the mother

in the photo reminds

the transparent wings in anticipation

a companion to them

the bright flowers

in piles, of gold joy



Μόνος πια


Ένας ξύλινος σκελετός μιας

καρέκλας και στο δωμάτιο

Ένας άνθρωπος, μόνος πια

άσπρο δέρμα ,μάτια χαμένα

κάτω από τα λευκά μαλλιά


Μια μυρωδιά πλανιέται

στις παλιές σκάλες με τις

σάπιες σανίδες

και στην γωνιά ένας τοίχος πέτρινος

που πάνω του ακουμπά

ή βαριά Ακακία

Γυναίκα μοιάζει ….


Θρύμματα ψωμιού κολλημένα

στο έδαφος

μια ανεξήγητη ζωή παρατημένη

στην μυρωδιά της πείνας

βουλιάζοντας στην σκόνη και στα

κόκκινα σύννεφα

αδέξια και απροστάτευτη

στους πυρετούς του καιρού

που αργοπεθαίνει


Μόνο της μάνας η κορμοστασιά

στην φωτογραφία θυμίζει

τα διάφανα φτερά στις αναμονές

μιας συντροφιάς σε εκείνα

τα φωτεινά λουλούδια

σε σωρούς ,από χρυσούς, δεσμούς





Frozen Flower


I wander on earth

And the flame of the lamp

In this century that is passing

the white winters it marks


The river that mirrors

In the waters of life

He speaks slowly and whispers

And in the unknown seabeds

It is always lost at dawn


Rose trees

Soft souls, your two closed eyes

They give the return done

Out of virtue and love


The dream carves the sky

And he weaves the stone

The moon is always late

But the fat red pomegranate

Your tender body


Water on a rainy night

Fill the memory with you

You became sound, you became pulse

Praise and treasure

The most beautiful flower

In the icy juice of the earth





Στην γη πλανιέμαι

Και του λυχναριού η φλόγα

Τον αιώνα  τούτο που διαβαίνει

Τους λευκούς χειμώνες σημαδεύει


Το ποτάμι που καθρεπτίζει

Στα νερά την ζωή

Σιγομιλεί και σιγοψιθυρίζει

Και στους άγνωστους βυθούς

Χάνεται πάντα την  αυγή



Απαλές ψυχές τα δυο κλειστά σου μάτια

Χαρίζουν την επιστροφή καμωμένη

Από φρονιμάδα και αρετή


Χαράζει τον ουρανό το όνειρο

Και την πέτρα υφαίνει

Το φεγγάρι πάντα αργεί

Μα το μεστό κόκκινο ρόδι

Πότισε το βράδυ της βροχής

Το τρυφερό σου κορμί


Γέμισε από σένα η θύμηση

Έγινες ήχος ,έγινες παλμός

Έπαινος και θησαυρός

Στο παγωμένο χυμό της γης

Ο ωραιότερος ανθός



No comments :

Post a Comment