Saturday, October 1, 2016




For you, my country, I’ll be proud for ever,
I have inside me a deep grief and a fervent wish.
I feel sorry for the glorious past that declines,
I feel sad for the present and the bad that leaves behind.
Your immortal monuments are not covered with dust ,
they are not destroyed by the earthquakes the chill doesn’t bother them.
Sounio, the Acropolis, your ancient theatres,
sing your glories and your achievements.
Your green mountains, your beautiful islands,
your helmets, your temples, your perfect beauty,
they have, my sweet country, the blessing of God,
the eternal light and joy, the perfect harmony.
Reflections of the sun on your blue waters,
the light of the moon on your holy grounds,
something of the mysteries, attractive, they reflect,
the dreams are like small boats that they are sailing the Aegean Sea.
My Greece, all through I can’t have enough of your light
and near the waters of your springs I relax a little.
Like a migrant bird I would like to go all over you,
singing, my country.
But my verses are poor to portray you,
they are unable to make the painting of your beauty.
You encourage my soul, you dismiss all of my pains,
walking on my heart’s road, I meet you.


Πάντα για σε, Πατρίδα μου, περήφανη θα νιώθω.
Μέσα μου έχω έναν καημό κι ένα μεγάλο πόθο.
Λυπάμαι για το ένδοξο το παρελθόν που φθίνει.
Θλίβομαι για το σήμερα και το κακό που αφήνει.
Ταθάνατα μνημεία σου σκόνη δεν τα σκεπάζει,
σεισμοί δεν τα κουνήσανε, ταγιάζι δεν τα νοιάζει.
Το Σούνιο, η Ακρόπολη, ταρχαία θέατρά σου,
το μεγαλείο σου υμνούν, τα κατορθώματά σου.
Τα καταπράσινα βουνά, τα γραφικά νησιά σου,
τα χωριουδάκια, οι ναοί, η πλέρια ομορφιά σου,
έχουν, Πατρίδα μου γλυκιά, τη θεία ευλογία,
το αιώνιο φως και τη χαρά, την πλήρη αρμονία.
Του ήλιου καθρεφτίσματα στα γαλανά νερά σου,
του φεγγαριού το αχνό φως στα μέρη τα ιερά σου,
κάτι το μυστηριακό, το θελκτικό εικονίζουν,
βαρκούλες και τα όνειρα στο Αιγαίο αρμενίζουν.
Απ’ άκρη σάκρη, Ελλάδα μου, το φως σου δε χορταίνω
Και στων πηγών σου τα νερά για λίγο ξαποσταίνω.
Σαν ταξιδιάρικο πουλί θέλω να τριγυρίσω,
Πατρίδα μου, τα μέρη σου και να τα τραγουδήσω.
Μα είναι οι στίχοι μου φτωχοί για να σε περιγράψουν,                      της ομορφιάς σου αδυνατούν τον πίνακα να φτιάξουν.
Συ μου θερμαίνεις την ψυχή, μου διώχνεις κάθε πόνο,
αίρνω το δρόμο της καρδιάς κι ολούθε σανταμώνω.


My country, I want to sing
your beauties, your picturesque islands and seas.
In the clear blue waters the life giving sun
is for everybody laughter, joy and friend.
In each holy stone of yours and every shrine,
History stopped to relax a while.
In stone mule paths and in white country chapels
in small harbors sheltered from wind, in heavenly places…
Wherever I look around, I see you everywhere
and with deep emotion, my Greece, I fill with tears.
My unique country, give me your inspiration
to say hymns for you to the end of the world.


Πατρίδα μου, να τραγουδώ θέλω τις ομορφιές σου,
τα γραφικά σου τα νησιά και για τις θάλασσές σου.
Στα καταγάλανα νερά, ο ζωοδότης ήλιος,
είναι για τον καθένα μας, γέλιο, χαρά και φίλος.
Σε κάθε πέτρα σου ιερή και κάθε εικονοστάσι,
η Ιστορία έχει σταθεί λίγο να ξαποστάσει.
Σε καλντερίμια πέτρινα και λευκά ξωκλήσια,
σε λιμανάκια απάνεμα, σε μέρη παραδείσια
Τριγύρω όπου κι αν κοιτώ, ολούθε σαντικρίζω
κι από συγκίνηση βαθιά, Ελλάδα μου, δακρύζω.
Πατρίδα μου ξεχωριστή, την έμπνευσή σου δώσμου,
ύμνους για σένανε να πω, στα πέρατα του κόσμου.


The hard work of an ant is continuous.
How it suffers
in the sweltering heat of summer
to carry the crumbs and the seeds
to have them
when the hard winter will come.
When snow will freeze everything
the ant will not have to care.
It will have its mind at rest
because it took care of collecting
when it was the time.
If people looked a bit like the ant
in foresight, in prudence, in humility
the mankind would be better,
all the children on the Earth
would have food.
But some people throw in the garbage
a heap of food, stale bread.
Have you ever thought
how many poor children
that could have fed?


Του μυρμηγκιού ο μόχθος συνεχής,
στην κάψα του καλοκαιριού πως υποφέρει,
ψίχουλα και σπυριά να μεταφέρει,
για ναχει, σαν θαρθει ο χειμώνας ο βαρύς.
Όταν το χιόνι τα πάντα θα παγώσει,
ο μέρμηγκας δεν θαχει να νοιαστεί.
Ήσυχος στη φωλιά του θα ξεκουραστεί,
μερίμνησε, όταν έπρεπε, να συγκεντρώσει.
Αν του μοιάζανε οι άνθρωποι λιγάκι,
στην πρόνοια, στη σύνεση, στην ταπεινότητα,
θα ήτανε καλύτερη η ανθρωπότητα,
θαχανε όλα τα παιδιά της γης φαγάκι.
Μα κάποιοι από μας πετάμε στα σκουπίδια,
σωρούς φαί, ψωμί που έχει μπαγιατέψει.
Συλλογιστήκαμε πόσους μπορεί να θρέψει,
όσα φτωχά παιδιά θα είχανε φαγάκι;



No comments :

Post a Comment